Φάρμακο: από την ανακάλυψη της δραστικής ουσίας έως το ράφι του φαρμακείου.

Φάρμακο: από την ανακάλυψη της δραστικής ουσίας έως το ράφι του φαρμακείου.

Όταν κάποιος στέκεται μπροστά στον πάγκο ενός φαρμακείου και παραλαμβάνει το κουτί με το φάρμακο που του συνταγογράφησε ο γιατρός του, σπάνια αναλογίζεται πόσο μακρά και πολύπλοκη διαδρομή έχει διανύσει το φάρμακο του μέχρι να βρεθεί στα χέρια του.

Πίσω από κάθε συσκευασία κρύβεται μια διαδικασία πολλών ετών, η οποία ξεκινά από την αναζήτηση μιας δραστικής ουσίας σε κάποιο εργαστήριο, περνά διαδοχικά από τις κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους και τον σχεδιασμό της κατάλληλης φαρμακοτεχνικής μορφής, συνεχίζεται με την παραγωγή σε βιομηχανική κλίμακα υπό αυστηρούς ποιοτικούς ελέγχους και τη διανομή μέσω φαρμακαποθηκών και καταλήγει στην παρακολούθηση της ασφάλειας του ακόμη και μετά την κυκλοφορία του στην αγορά!

Σε κάθε στάδιο αυτής της πορείας εμπλέκονται εκατοντάδες ερευνητές, ρυθμιστικές αρχές, μηχανικοί ποιότητας και τέλος ο ίδιος ο φαρμακοποιός που παραδίδει το σκεύασμα στον ασθενή.

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να ξετυλίξει, βήμα προς βήμα και χωρίς περιττή τεχνική ορολογία, ολόκληρη αυτή τη διαδρομή, ώστε ο καταναλωτής να κατανοήσει γιατί ένα φάρμακο χρειάζεται τόσα χρόνια για να φτάσει στην αγορά και γιατί η ασφάλειά του εξακολουθεί να ελέγχεται ακόμη και όταν πλέον κυκλοφορεί ελεύθερα και να κατανοήσει επίσης το γιατί αφού ανακαλύπτεται μια δραστική ουσία που μπορεί να θεραπεύσει μια ασθένεια, αυτή δεν κυκλοφορεί ή αργεί να βγει στην φαρμακευτική αγορά.

Η ανακάλυψη: πώς ξεκινάει η αναζήτηση μιας νέας ουσίας

Κάθε φάρμακο ξεκινά από μια ερώτηση: ποιος βιολογικός μηχανισμός ευθύνεται για μια συγκεκριμένη νόσο και πώς θα μπορούσε να παρέμβει κανείς σε αυτόν ώστε να ανακουφίσει τον ασθενή ή να τον θεραπεύσει; Οι ερευνητές, αφού εντοπίσουν τον «στόχο», συνήθως ένα σημείο της λειτουργίας του οργανισμού που σχετίζεται άμεσα με τη νόσο, δοκιμάζουν μέσα από αυτοματοποιημένα εργαστήρια χιλιάδες υποψήφιες χημικές ενώσεις για να δουν ποιες από αυτές επιδρούν πάνω σε αυτόν τον στόχο με τον επιθυμητό τρόπο και κυρίως ασφαλή τρόπο.

Οι υποψήφιες αυτές ουσίες μπορεί να προέρχονται από φυσικά προϊόντα (φυτά και διάφορους μικροοργανισμούς), από χημική σύνθεση σε εργαστήριο ή όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, από βιοτεχνολογικές μεθόδους που αξιοποιούν ζωντανά κύτταρα για την παραγωγή σύνθετων μορίων, όπως συμβαίνει με πολλά σύγχρονα εμβόλια και θεραπείες βιολογικής προέλευσης.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) για το στάδιο της ανακάλυψης, μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός από τις χιλιάδες αυτές ενώσεις εμφανίζει τελικά αρκετά ελπιδοφόρα χαρακτηριστικά ώστε να προχωρήσει σε περαιτέρω μελέτη.

Μόλις εντοπιστεί μια τέτοια «υποψήφια» ουσία, ξεκινά η λεγόμενη προκλινική έρευνα, η οποία διεξάγεται αποκλειστικά σε εργαστηριακές συνθήκες πριν εξεταστεί η χορήγησή της σε άνθρωπο. Στο στάδιο αυτό, οι ερευνητές συγκεντρώνουν βασικές πληροφορίες, όπως το πώς η ουσία απορροφάται από τον οργανισμό και πώς αποβάλλεται, ποια είναι η πιθανή ωφέλιμη δράση της, ποια η κατάλληλη δοσολογία, αλλά και ποιες παρενέργειες ή τοξικές επιδράσεις μπορεί να προκαλέσει, ακόμη και σε ακραίες δόσεις.

Οι πληροφορίες αυτές είναι εκείνες που θα κρίνουν αν η ουσία είναι αρκετά ασφαλής ώστε να δοκιμαστεί, στη συνέχεια, σε ανθρώπους. Η πλειονότητα των υποψήφιων ουσιών δεν προχωρά ποτέ πέρα από αυτό το στάδιο, είτε γιατί αποδεικνύεται αναποτελεσματική είτε γιατί εμφανίζει επικίνδυνο προφίλ τοξικότητας. Πρόκειται για μια πρώτη, αυστηρή διαλογή που εξηγεί γιατί από χιλιάδες αρχικές ενώσεις τελικά μόνο ελάχιστες θα φτάσουν ποτέ σε ένα φαρμακείο!

Οι κλινικές δοκιμές από το εργαστήριο στον άνθρωπο

Εφόσον μια ουσία περάσει επιτυχώς την προκλινική αξιολόγηση, η εταιρεία που την αναπτύσσει μπορεί να ζητήσει άδεια από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές κάθε χώρας, στην Ελλάδα τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ), προκειμένου να ξεκινήσει τις κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους. Οι δοκιμές αυτές οργανώνονται σε διαδοχικές φάσεις, καθεμία από τις οποίες απαντά σε διαφορετικό ερώτημα και προϋποθέτει πάντα την επιτυχή ολοκλήρωση της προηγούμενης.

Στην 1η φάση, η υποψήφια ουσία χορηγείται για πρώτη φορά σε ανθρώπους -συνήθως σε 20 έως και 100 υγιείς εθελοντές ή, ανάλογα με τη νόσο, σε ασθενείς που ήδη πάσχουν από αυτήν- για διάστημα μερικών μηνών (ο χρόνος αυτός καθορίζεται από πολλές παραμέτρους), με αποκλειστικό στόχο να διαπιστωθεί αν η ουσία είναι ασφαλής και ποια είναι η κατάλληλη δοσολογία της. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΜΑ, περίπου το 70% των υποψήφιων φαρμάκων που εισέρχονται σε αυτή τη φάση προχωρούν στην επόμενη.

Στη 2η φάση, το φάρμακο χορηγείται πλέον σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών – έως και μερικές εκατοντάδες- που πάσχουν πραγματικά από τη νόσο για την οποία προορίζεται η δραστική ουσία, για διάστημα που μπορεί να φτάσει έως και τα δύο χρόνια, με στόχο να αξιολογηθεί κατά πόσο είναι πράγματι αποτελεσματικό και να καταγραφούν οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειές του. Σε αυτή την 2η φάση μόνο το ένα τρίτο περίπου των φαρμάκων θα μπορέσει να προχωρήσει στην τρίτη φάση.

Η 3η φάση αποτελεί την πλέον απαιτητική δοκιμασία: εκατοντάδες έως και μερικές χιλιάδες εθελοντές -συνήθως μεταξύ σε 300 και 3.000 ατόμων – παρακολουθούνται για ένα έως τέσσερα χρόνια, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου σε ευρύτερο και πιο ετερογενές δείγμα πληθυσμού και να εντοπιστούν ακόμη και σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν είχαν εμφανιστεί σε μικρότερες ομάδες.

Σε όλες αυτές τις φάσεις, οι δοκιμές διεξάγονται με αυστηρά επιστημονικό σχεδιασμό -συχνά τυχαιοποιημένες και με ομάδα ελέγχου που λαμβάνει εικονικό φάρμακο (placebo) ή την ήδη διαθέσιμη καθιερωμένη θεραπεία-, ενώ κάθε συμμετέχων ενημερώνεται λεπτομερώς για τους κινδύνους και τα οφέλη και δίνει την ελεύθερη συγκατάθεσή του πριν συμμετάσχει, υπό την εποπτεία ανεξάρτητων επιτροπών βιοηθικής και δεοντολογίας.

Μόνο εφόσον η 3η φάση αποδειχθεί επιτυχής, η εταιρεία μπορεί να υποβάλει επίσημη αίτηση έγκρισης κυκλοφορίας στις ρυθμιστικές αρχές με την αίτηση αυτή να μην εξετάζεται καθόλου βιαστικά!

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αξιολόγηση συντονίζεται από την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) του EMA, όπου δύο ανεξάρτητοι εισηγητές αναλαμβάνουν να μελετήσουν εις βάθος το σύνολο των επιστημονικών δεδομένων και να σταθμίσουν αν τα οφέλη της νέας θεραπείας υπερτερούν σαφώς των κινδύνων της, πριν η επιτροπή καταλήξει σε τελική σύσταση έγκρισης ή απόρριψης.

Το αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης δημοσιοποιείται λεπτομερώς σε δημόσια διαθέσιμη έκθεση, ώστε η διαδικασία να παραμένει διαφανής. Μόνο μετά από αυτή την έγκριση μπορεί ένα φάρμακο να κυκλοφορήσει επίσημα, ενώ η παρακολούθησή του δεν σταματά ούτε τότε, αφού μια 4η φάση δοκιμών συνεχίζεται και μετά την κυκλοφορία, σε ακόμη μεγαλύτερο αριθμό ασθενών, με στόχο να εντοπιστούν τυχόν σπανιότατες ανεπιθύμητες ενέργειες που θα μπορούσαν να προκύψουν μόνο σε πραγματικές συνθήκες ευρείας χρήσης.

Ο σχεδιασμός του σκευάσματος και πώς παίρνει την τελική του μορφή ένα φάρμακο

Το να αποδειχθεί ότι μια ουσία είναι αποτελεσματική και ασφαλής δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι έτοιμη να γίνει φάρμακο! Η ίδια δραστική ουσία πρέπει ακόμη να «ντυθεί» με την κατάλληλη μορφή: χάπι, κάψουλα, σιρόπι, ένεση, επίθεμα ή σπρέι και πολλές άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές, μια διαδικασία που ονομάζεται φαρμακοτεχνία ή σχεδιασμός σκευάσματος και απαιτεί τη δική της, εξειδικευμένη επιστημονική έρευνα.

Η επιλογή της μορφής δεν είναι τυχαία, αλλά υπαγορεύεται από πρακτικά και βιολογικά κριτήρια: μια ουσία που καταστρέφεται από τα οξέα του στομάχου δεν μπορεί να δοθεί ως απλό χάπι, αλλά ίσως χρειάζεται π.χ. μια ειδική επικάλυψη που να διαλύεται μόνο στο έντερο· ένα φάρμακο για παιδιά συχνά σχεδιάζεται ως σιρόπι με ευχάριστη γεύση για να διευκολύνεται η λήψη του· ένα φάρμακο που πρέπει να δρα σταδιακά μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο μπορεί να σχεδιαστεί ως δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης, ώστε ο ασθενής να μη χρειάζεται να το λαμβάνει πολλές φορές την ημέρα.

Ένα από τα συχνότερα τεχνικά προβλήματα που καλούνται να λύσουν οι επιστήμονες της φαρμακευτικής τεχνολογίας είναι η κακή διαλυτότητα ορισμένων δραστικών ουσιών. Αν μια ουσία δεν διαλύεται εύκολα στα υγρά του πεπτικού συστήματος τότε ο οργανισμός δεν μπορεί να την απορροφήσει επαρκώς, όσο αποτελεσματική κι αν έχει αποδειχθεί στις εργαστηριακές συνθήκες.

Για τον λόγο αυτό αναπτύσσονται ειδικές τεχνικές που βελτιώνουν τη διαλυτότητα μιας ουσίας ώστε να απορροφάται καλύτερα από τον οργανισμό, αντικείμενο στο οποίο έχει συμβάλει σημαντικά και ελληνική ακαδημαϊκή έρευνα. Το Εργαστήριο Φαρμακευτικής Τεχνολογίας του Τμήματος Φαρμακευτικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εξέδωσε πρόσφατα, σε συνεργασία με διεθνή πανεπιστήμια, εκτενή επιστημονική μονογραφία αφιερωμένη ακριβώς σε αυτές τις τεχνικές βελτίωσης της διαλυτότητας δραστικών ουσιών.

Πέρα από τη διαλυτότητα, ο σχεδιασμός ενός σκευάσματος πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τη σταθερότητά του με την πάροδο του χρόνου, δηλαδή, το πόσο ανθεκτικό είναι στην υγρασία, στο φως ή στις μεταβολές της θερμοκρασίας, τι είδους συσκευασία χρειάζεται για να διατηρήσει τις ιδιότητές του μέχρι την ημερομηνία λήξης και πώς (ή εάν) μεταβληθεί το φάρμακο σε συνθήκες σπιτιού ή φαρμακείου και όχι μόνο σ’ ένα ελεγχόμενο εργαστήριο.

Η παραγωγή σε βιομηχανική κλίμακα και ο ποιοτικός έλεγχος φαρμάκων

Μόλις οριστικοποιηθεί η μορφή του σκευάσματος, το φάρμακο πρέπει να παραχθεί όχι πια σε μερικά δείγματα εργαστηρίου, αλλά σε εκατομμύρια πανομοιότυπες μονάδες, καθεμία από τις οποίες πρέπει να περιέχει ακριβώς την ίδια ποσότητα δραστικής ουσίας και να συμπεριφέρεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Η μετάβαση αυτή από το εργαστήριο στο εργοστάσιο διέπεται διεθνώς από ένα σύνολο κανόνων γνωστό ως Ορθή Παρασκευαστική Πρακτική (Good Manufacturing Practice, GMP). Όπως εξηγεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), η GMP είναι ένα σύστημα που διασφαλίζει ότι κάθε φάρμακο παράγεται και ελέγχεται με συνέπεια, σύμφωνα με αυστηρά πρότυπα ποιότητας και καλύπτει κάθε πτυχή της παραγωγής: από τις πρώτες ύλες, τους χώρους παραγωγής και τον εξοπλισμό μέχρι και την εκπαίδευση και την προσωπική υγιεινή των εργαζομένων.

Η βασική αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται όλο αυτό το σύστημα είναι απλή αλλά εξαιρετικά κρίσιμη: η ποιότητα δεν πρέπει απλώς να ελέγχεται στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά να είναι ενσωματωμένη σε κάθε στάδιό της, μέσα από αναλυτικές γραπτές διαδικασίες και τεκμηριωμένη απόδειξη ότι αυτές τηρούνται πιστά σε κάθε παρτίδα.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κάθε παρτίδα ενός φαρμάκου, πριν φύγει από το εργοστάσιο, περνά από σειρά εργαστηριακών ελέγχων. Εξετάζεται αν περιέχει πράγματι τη σωστή δραστική ουσία, στη σωστή ποσότητα και καθαρότητα, το αν διαλύεται σωστά στον οργανισμό μέσα στον αναμενόμενο χρόνο και για τα ενέσιμα σκευάσματα, αν είναι απολύτως αποστειρωμένα.

Οι εθνικές αρχές κάθε χώρας – στην Ε.Έ. σε συντονισμό με τον EMA- διενεργούν τακτικές επιθεωρήσεις στις εγκαταστάσεις παραγωγής, ενώ τα κράτη-μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις επιθεωρήσεις που έχει διενεργήσει το ένα στο έδαφος του άλλου, ώστε να αποφεύγονται περιττές επικαλύψεις χωρίς ποτέ να χαλαρώνει ο έλεγχος. Τέλος, κάθε παρτίδα φέρει έναν μοναδικό αριθμό τυπωμένο στη συσκευασία, ο οποίος επιτρέπει την πλήρη ιχνηλασιμότητά της σε περίπτωση που χρειαστεί αργότερα να ανακληθεί από την αγορά.

Τι αλλάζει όταν λήγει η πατέντα της δραστικής ουσίας και η είσοδος των γενοσήμων φαρμάκων

Η πρώτη εταιρεία που φέρνει μια νέα δραστική ουσία στην αγορά απολαμβάνει, για ορισμένα χρόνια, αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσής της μέσω διπλώματος ευρεσιτεχνίας (πατέντας), το οποίο της επιτρέπει να ανακτήσει μέρος του κόστους και του χρόνου που επενδύθηκαν σε όλα τα προηγούμενα στάδια.

Μόλις όμως λήξει αυτή η περίοδος αποκλειστικότητας, άλλες εταιρείες μπορούν πλέον να παράγουν και να κυκλοφορήσουν το ίδιο φάρμακο ως γενόσημο, δηλαδή με την ίδια δραστική ουσία, στην ίδια δοσολογία και με αποδεδειγμένα ισοδύναμη δράση στον οργανισμό, συνήθως σε χαμηλότερη τιμή, αφού η νέα εταιρεία δεν χρειάζεται να επαναλάβει το κοστοβόρο στάδιο της αρχικής ανακάλυψης και των κλινικών δοκιμών.

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι το γενόσημο φάρμακο παρακάμπτει τα υπόλοιπα στάδια της διαδρομής που περιγράφηκαν παραπάνω: πρέπει και αυτό να σχεδιαστεί εκ νέου ως σκεύασμα, να παραχθεί σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες Ορθής Παρασκευαστικής Πρακτικής, να ελεγχθεί παρτίδα προς παρτίδα και να παρακολουθείται εξίσου στενά για την ασφάλειά του μετά την κυκλοφορία του.

Από το εργοστάσιο στη φαρμακαποθήκη και στο ράφι του φαρμακείου

Η παραγωγή ενός φαρμάκου δεν σημαίνει ότι αυτό βρίσκεται ήδη έτοιμο στα χέρια του ασθενή· μεσολαβεί ακόμη ένα ολόκληρο δίκτυο διανομής, εξίσου αυστηρά ρυθμισμένο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μεταφορά των φαρμάκων από το εργοστάσιο μέχρι το φαρμακείο διέπεται από τους κανόνες της Ορθής Πρακτικής Διανομής (Good Distribution Practice, GDP), οι οποίοι αποτελούν το ελάχιστο πρότυπο που οφείλει να τηρεί κάθε χονδρικός διανομέας.

Σκοπός είναι να διασφαλιστεί ότι τα φάρμακα που κυκλοφορούν στην αλυσίδα εφοδιασμού παραμένουν πάντοτε εγκεκριμένα σύμφωνα με τη νομοθεσία, ότι διατηρούνται σε κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς, ότι αποφεύγεται οποιαδήποτε μόλυνση ή ανάμειξη με άλλα προϊόντα και ότι η παράδοση γίνεται γρήγορα και με ασφάλεια στον σωστό παραλήπτη. Κάθε φαρμακαποθήκη που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο οφείλει να διαθέτει ειδική άδεια από την αρμόδια εθνική αρχή, η οποία διενεργεί και τις σχετικές επιθεωρήσεις συμμόρφωσης.

Στην Ελλάδα, το δίκτυο των φαρμακαποθηκών λειτουργεί ως ο κρίκος που συνδέει τις φαρμακευτικές εταιρείες με τα φαρμακεία της χώρας, αναλαμβάνοντας τη λεπτομερή διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας, από την παραλαβή και την αποθήκευση υπό ελεγχόμενες συνθήκες μέχρι και την καθημερινή διανομή στο κάθε φαρμακείο ξεχωριστά.

Όταν το φάρμακο φτάσει στο ράφι του φαρμακείου, ο φαρμακοποιός αποτελεί την τελευταία, καθοριστική γραμμή ελέγχου πριν αυτό περάσει στα χέρια του ασθενή: επαληθεύει τη συνταγή, ενημερώνει για τον σωστό τρόπο λήψης, επισημαίνει πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα που ήδη λαμβάνει ο ασθενής και παραδίδει μαζί με το σκεύασμα το επίσημο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Τι συμβαίνει μετά την κυκλοφορία: η φαρμακοεπαγρύπνηση

Η έγκριση κυκλοφορίας ενός φαρμάκου δεν σηματοδοτεί το τέλος της παρακολούθησής του, αλλά την αρχή μιας νέας, εξίσου σημαντικής φάσης: της φαρμακοεπαγρύπνησης.

Όσο κι αν οι κλινικές δοκιμές είναι εκτενείς, είναι αδύνατον να συμπεριλάβουν όλους τους πληθυσμούς, όλες τις πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή όλες τις σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να εμφανιστούν μόνο όταν ένα φάρμακο χρησιμοποιείται πλέον από εκατομμύρια ανθρώπους σε πραγματικές και ποικίλες συνθήκες ζωής.

Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει το σύστημα EudraVigilance, μια κεντρική βάση δεδομένων του EMA στην οποία καταγράφονται οι αναφορές πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκων από όλα τα κράτη-μέλη, επιτρέποντας τον έγκαιρο εντοπισμό τυχόν νέων «σημάτων» ασφάλειας που δεν είχαν εντοπιστεί κατά τις κλινικές δοκιμές.

Στην Ελλάδα, τον ρόλο αυτό επιτελεί ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων μέσω του συστήματος της «Κίτρινης Κάρτας», το οποίο επιτρέπει σε κάθε πολίτη και όχι μόνο σε γιατρούς και φαρμακοποιούς, ν’ αναφέρει απευθείας μια ανεπιθύμητη ενέργεια που παρατήρησε μετά τη λήψη κάποιου φαρμάκου.

Κάθε τέτοια αναφορά, όσο μεμονωμένη κι αν φαίνεται, τροφοδοτεί ένα ευρύτερο σύστημα ανάλυσης. Όταν συγκεντρωθούν αρκετές παρόμοιες αναφορές από διαφορετικές πηγές, οι αρχές αξιολογούν αν πρόκειται πράγματι για νέο κίνδυνο που σχετίζεται με το φάρμακο και αν αυτό επιβεβαιωθεί, μπορούν να ζητήσουν αλλαγή στο φύλλο οδηγιών χρήσης, περιορισμό στην ενδεδειγμένη χρήση του φαρμάκου για συγκεκριμένες ομάδες ασθενών ή στις πλέον σπάνιες και σοβαρές περιπτώσεις την οριστική απόσυρσή του από την αγορά.

Το σύστημα αυτό λειτουργεί ουσιαστικά ως ένα τελευταίο, διαρκές δίχτυ ασφαλείας που συνοδεύει το φάρμακο για όσο διάστημα κυκλοφορεί στην αγορά, συμπληρώνοντας την τέταρτη φάση των κλινικών δοκιμών που προαναφέρθηκε, διασφαλίζοντας ότι η αξιολόγηση της ασφάλειάς του δεν σταματά ποτέ οριστικά!

Μια διαδρομή πολλών ετών με έναν και μοναδικό σκοπό

Η συνολική αυτή πορεία, από την πρώτη εργαστηριακή δοκιμή μιας υποψήφιας ουσίας μέχρι την οριστική της κυκλοφορία και την παρακολούθησή της στην αγορά, απαιτεί συνήθως πολλά περισσότερα χρόνια από όσα φαντάζεται κανείς, καθώς και σημαντικότατη οικονομική επένδυση, αφού το μεγαλύτερο μέρος του κόστους δεν προέρχεται από τα λίγα φάρμακα που τελικά εγκρίνονται, αλλά από τα πολύ περισσότερα που εγκαταλείπονται σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο κι έχουν ήδη απορροφήσει σημαντικούς πόρους έρευνας.

Σύμφωνα με το PubMed, σε ευρέως αναγνωρισμένη μελέτη ερευνητών του Tufts Center for the Study of Drug Development, δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Health Economics, το μέσο κόστος ανάπτυξης ενός νέου εγκεκριμένου φαρμάκου, συνυπολογίζοντας και το κόστος των αποτυχημένων προσπαθειών που προηγήθηκαν, ξεπερνά κατά μέσο όρο το 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια σε άμεσες δαπάνες, ποσό που ανεβαίνει σε πάνω από 2,5 δις δολάρια αν συνυπολογιστεί και το κόστος ευκαιρίας του χρόνου που έχει μεσολαβήσει. Πρόκειται φυσικά για την εκτίμηση του μέσου όρου σε συγκεκριμένο δείγμα φαρμάκων και σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι για έναν καθολικό κανόνα που ισχύει με την ίδια ακρίβεια για κάθε φάρμακο ξεχωριστά.

Πίσω λοιπόν από κάθε κουτί φαρμάκου που παραλαμβάνει κανείς από το φαρμακείο της γειτονιάς του, κρύβεται μια αλυσίδα δεκάδων διαφορετικών ειδικοτήτων: χημικοί και βιολόγοι που αναζήτησαν τη δραστική ουσία, γιατροί και εθελοντές που συμμετείχαν στις κλινικές δοκιμές, φαρμακοτεχνολόγοι που σχεδίασαν τη μορφή του σκευάσματος, μηχανικοί ποιότητας που επιθεώρησαν κάθε παρτίδα παραγωγής, εργαζόμενοι στη φαρμακαποθήκη που φρόντισαν για τη σωστή διανομή του και τέλος, ο φαρμακοποιός που το παρέδωσε μαζί με τις απαραίτητες οδηγίες.

Όλη αυτή η αλυσίδα, όσο αόρατη κι αν παραμένει στα μάτια του καταναλωτή, εξυπηρετεί έναν και μοναδικό σκοπό: να φτάσει στα χέρια του ασθενή ένα φάρμακο του οποίου η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια έχουν ελεγχθεί επανειλημμένα, σε κάθε του στάδιο, πριν αλλά και μετά την κυκλοφορία του.

Πηγές

  • FDA (Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων), «The Drug Development Process», Σύνδεσμος.
  • FDA, «Step 3: Clinical Research», Σύνδεσμος.
  • DiMasi J.A., Grabowski H.G., Hansen R.W., «Innovation in the pharmaceutical industry: New estimates of R&D costs», Journal of Health Economics, 2016·47:20-33 (σύμφωνα με το PubMed), Σύνδεσμος.
  • EMA (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων), «How EMA evaluates medicines for human use», Σύνδεσμος.
  • WHO (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας), «Medicines: Good manufacturing processes», Σύνδεσμος.
  • EMA, «Good distribution practice», Σύνδεσμος.
  • EMA, «EudraVigilance», Σύνδεσμος.
  • ΕΟΦ (Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων), «Φαρμακοεπαγρύπνηση — Κίτρινη Κάρτα», Σύνδεσμος.
  • Τμήμα Φαρμακευτικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, «Έκδοση βιβλίου Φαρμακευτικής Τεχνολογίας», Σύνδεσμος.
  • Καραβάς Γ., «Αποθήκευση και Διανομή Φαρμάκων – Κύκλος Ζωής Γενόσημου Φαρμάκου», Μεταπτυχιακή Διατριβή, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, 2020, Σύνδεσμος.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *