Αφαίρεση όρου: Make America Healthy Again Make America Healthy Again

Κατευθυντήριες οδηγίες διατροφής των ΗΠΑ 2025-2030 και η μετάβαση στο μοντέλο της μεταβολικής υγείας

Από την εγκατάλειψη του θερμιδικού μοντέλου στην υιοθέτηση του ενδοκρινολογικού μοντέλου διατροφής.

Τον Ιανουάριο του 2026, το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA) και το Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS) δημοσίευσαν τις νέες διατροφικές οδηγίες για την πενταετία 2025-2030. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη θεμελιώδη απόκλιση των νέων οδηγιών από τις προηγούμενες δεκαετίες, αναλύοντας τη στροφή από την ποσοτική καταμέτρηση θερμίδων στην ποιοτική αξιολόγηση των μακροθρεπτικών συστατικών. Ειδικότερα, εξετάζεται η αποκατάσταση των φυσικών λιπαρών, η αυστηρή απαγόρευση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και η επαναξιολόγηση των φυτικών ελαίων. Η ανάλυση βασίζεται σε ανασκόπηση της τρέχουσας βιβλιογραφίας και των επίσημων κυβερνητικών εγγράφων, αναδεικνύοντας τις επιπτώσεις για τη διαχείριση της επιδημίας των χρόνιων νοσημάτων.

Η έκδοση των Διατροφικών Οδηγιών για τους Αμερικανούς (Dietary Guidelines for Americans – DGA) αποτελεί παραδοσιακά ένα σημείο αναφοράς για την παγκόσμια διατροφική πολιτική, επηρεάζοντας όχι μόνο τα σχολικά γεύματα και τα στρατιωτικά σιτηρέσια στις ΗΠΑ, αλλά και τις κατευθυντήριες γραμμές διεθνών οργανισμών. Ωστόσο, η έκδοση του 2025-2030, η οποία δημοσιεύθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2026, σηματοδοτεί ίσως τη σημαντικότερη ανατροπή στην ιστορία της σύγχρονης διατροφολογίας από την εισαγωγή της “Διατροφικής Πυραμίδας” το 1980.

Ιστορικά, οι οδηγίες των τελευταίων 45 ετών βασίστηκαν στη σχέση λιπιδίων και καρδιάς (Diet-Heart Hypothesis), προωθώντας τη μείωση των κορεσμένων λιπαρών και την αντικατάστασή τους με υδατάνθρακες και πολυακόρεστα φυτικά έλαια. Παρά την εφαρμογή αυτών των οδηγιών, τα ποσοστά παχυσαρκίας, διαβήτη τύπου 2 και μεταβολικών συνδρόμων στις ΗΠΑ (και όχι μόνο) σημείωσαν εκρηκτική άνοδο, οδηγώντας σε μια κρίση δημόσιας υγείας χωρίς προηγούμενο.

Οι νέες οδηγίες, υπό το πρίσμα της πρωτοβουλίας “Make America Healthy Again” (MAHA), αναγνωρίζουν για πρώτη φορά επίσημα την αποτυχία του προηγούμενου μοντέλου. Η νέα πολιτική μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το ισοζύγιο ενέργειας (Calories In / Calories Out) στη βιοχημεία της διατροφής και την ορμονική απόκριση του οργανισμού. Κεντρικοί πυλώνες της νέας προσέγγισης είναι η ελαχιστοποίηση της έκθεσης σε υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (Ultra-Processed Foods – UPFs), η επανένταξη των ζωικών πρωτεϊνών και λιπαρών ως θρεπτικά πυκνών τροφών και η δραστική μείωση της προστιθέμενης ζάχαρης και των βιομηχανικών σπορελαίων.

Η νέα επιστημονική θεώρηση: απόρριψη της σχέσης λιπιδίων & καρδιεγγειακών και ριζική επαναξιολόγηση των λιπαρών

Η πιο ριζοσπαστική πτυχή των Οδηγιών 2025-2030 έγκειται στην αποδόμηση της «λιποφοβίας» που χαρακτήριζε τη διατροφική πολιτική για μισό αιώνα. Η νέα επιτροπή αξιολόγησης, λαμβάνοντας υπόψη πρόσφατες μετα-αναλύσεις και κλινικές δοκιμές, προχώρησε σε επαναπροσδιορισμό της θέσης των κορεσμένων λιπαρών και των φυτικών ελαίων (σπορελαίων) στη ανθρώπινη διατροφή.

Η διατροφική πολιτική των ΗΠΑ από το 1980 βασίστηκε στην υπόθεση του Ancel Keys, η οποία συσχέτιζε την κατανάλωση διατροφικού κορεσμένου λίπους με την αύξηση της ολικής χοληστερόλης ορού και, κατ’ επέκταση, με τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου (CVD). Ωστόσο, οι νέες οδηγίες αναγνωρίζουν ότι η σχέση αυτή είναι υπεραπλουστευμένη και επιστημονικά ανεπαρκής.

Σύγχρονα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών με υδατάνθρακες δεν μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά αντιθέτως μπορεί να τον αυξήσει, προάγοντας την αθηρογόνο δυσλιπιδαιμία (μείωση HDL, αύξηση τριγλυκεριδίων και επικράτηση των μικρών, πυκνών σωματιδίων LDL – sdLDL). Η νέα θεώρηση διαχωρίζει την «παθολογική» χοληστερόλη που οξειδώνεται λόγω φλεγμονώδους περιβάλλοντος, από την απαραίτητη για τη κυτταρική λειτουργία χοληστερόλη.

Ζωικά λίπη: από την αποφυγή στην προτίμηση

Μια σημαντική καινοτομία των οδηγιών είναι η σύσταση για κατανάλωση φυσικών ζωικών λιπών (όπως το βούτυρο, το βοδινό λίπος/tallow και το λίπος των γαλακτοκομικών) στο πλαίσιο μιας δίαιτας πλήρων τροφών (whole foods) με την επιστημονική τεκμηρίωση να βασίζεται σε δύο άξονες:

Α. Θρεπτική Πυκνότητα
Τα ζωικά λίπη αποτελούν τους αποκλειστικούς ή κύριους φορείς βιοδιαθέσιμων λιποδιαλυτών βιταμινών (Α, D3, E, K2), οι οποίες είναι κρίσιμες για την οστική υγεία, την ανοσολογική λειτουργία και την ορμονική ισορροπία.

Β. Οξειδωτική Σταθερότητα
Λόγω της χημικής τους δομής (απουσία διπλών δεσμών στην ανθρακική αλυσίδα), τα κορεσμένα λιπαρά είναι εξαιρετικά ανθεκτικά στην οξείδωση κατά το μαγείρεμα, σε αντίθεση με τα πολυακόρεστα φυτικά έλαια που παράγουν τοξικά υποπροϊόντα (π.χ. αλδεΰδες) όταν θερμαίνονται.

Οι προβληματισμοί των βιομηχανικών σπορελαίων (Industrial Seed Oils)

Ίσως η πιο αμφιλεγόμενη αλλά επιστημονικά τεκμηριωμένη στροφή αφορά την απομάκρυνση από τα βιομηχανικά σπορέλαια (σογιέλαιο, καλαμποκέλαιο, βαμβακέλαιο, ηλιέλαιο), τα οποία κυριαρχούσαν πλήρως στην αμερικανική δίαιτα και η νέα έκθεση επισημαίνει τους εξής κινδύνους που σχετίζονται με την υπερκατανάλωση ωμέγα-6 λιπαρών οξέων (κυρίως λινελαϊκού οξέος):

  • Φλεγμονώδης Απόκριση: Η ανισορροπία στην αναλογία ωμέγα-6 προς ωμέγα-3 (η οποία από 1:1 ιστορικά έχει φτάσει το 20:1 στις ΗΠΑ!) προάγει τη συστηματική χαμηλού βαθμού φλεγμονή, βασικό υπόβαθρο δηλαδή για πολλά μεταβολικά νοσήματα.
  • Οξείδωση Κυτταρικών Μεμβρανών: Η ενσωμάτωση μεγάλων ποσοτήτων ασταθών πολυακόρεστων λιπαρών στις κυτταρικές μεμβράνες τις καθιστά ευάλωτες στο οξειδωτικό στρες.
  • Ιστορικά Δεδομένα: Γίνεται αναφορά σε επανεξετάσεις παλαιότερων μελετών (όπως η Sydney Diet Heart Study και το Minnesota Coronary Experiment), οι οποίες είχαν δείξει ότι η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών με λινελαϊκό οξύ αύξησε τη θνησιμότητα, δεδομένα που είχαν αγνοηθεί για δεκαετίες!.

Συνεπώς, η οδηγία 2025-2030 προκρίνει ρητά τη χρήση λιπαρών που παραδοσιακά χρησιμοποιούσε η ανθρωπότητα (ελαιόλαδο, λίπος κρέατος, καρύδα, βούτυρο) έναντι των ραφιναρισμένων φυτικών ελαίων.

Η αντιμετώπιση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων: τοξικολογική προσέγγιση στα πρόσθετα και τη ζάχαρη

Η τομή που εισάγουν οι κατευθυντήριες οδηγίες του 2026 έγκειται στην εγκατάλειψη του «αναγωγισμού» (reductionism) στη διατροφή. Ενώ παλαιότερα ένα τρόφιμο κρινόταν αποκλειστικά από την περιεκτικότητά του σε μακροθρεπτικά συστατικά (π.χ. χαμηλά λιπαρά), πλέον η έμφαση δίνεται στον βαθμό επεξεργασίας και τη χημική σύσταση. Οι νέες οδηγίες υιοθετούν πλήρως το σύστημα ταξινόμησης NOVA, αναγνωρίζοντας τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (Ultra-Processed Foods – UPFs) ως τον κύριο παράγοντα της επιδημίας των χρόνιων ασθενειών.

Από τις «κενές θερμίδες» στην κυτταρική τοξικότητα

Ο όρος «κενές θερμίδες» αντικαθίσταται στο νέο κείμενο πολιτικής από αυστηρότερες διατυπώσεις που περιγράφουν τα UPFs ως «βιομηχανικά σκευάσματα με εθιστικές ιδιότητες». Η επιστημονική επιτροπή αναγνωρίζει ότι η μηχανική και χημική αποδόμηση της τροφής («food matrix degradation») αλλάζει ριζικά τον τρόπο απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών.

Η ταχεία απορρόφηση των ραφιναρισμένων αμύλων και σακχάρων προκαλεί βίαιες αυξωμειώσεις γλυκόζης και ινσουλίνης, οδηγώντας σε μεταβολική δυσκαμψία. Επιπλέον, ο συνδυασμός λίπους, ζάχαρης και αλατιού σε ποσοστώσεις που δεν απαντώνται στη φύση («bliss point») παρακάμπτει τους μηχανισμούς κορεσμού στον υποθάλαμο, ενεργοποιώντας το σύστημα ανταμοιβής ντοπαμίνης παρόμοια με τις εξαρτησιογόνες ουσίες.

Η τοξικολογική διάσταση της ζάχαρης και της φρουκτόζης

Ίσως η πιο σημαντική βιοχημική διάκριση στις νέες οδηγίες είναι ο διαχωρισμός της γλυκόζης από τη φρουκτόζη (κυρίως μέσω του σιροπιού καλαμποκιού υψηλής φρουκτόζης – HFCS).

Ηπατική τοξικότητα
Σε αντίθεση με τη γλυκόζη που μεταβολίζεται από όλα τα κύτταρα του σώματος, η φρουκτόζη μεταβολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ήπαρ. Η υπερκατανάλωση οδηγεί σε *de novo λιπογένεση* (παραγωγή λίπους), προκαλώντας μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (NAFLD) και αντίσταση στην ινσουλίνη.

Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία
Νέα δεδομένα που συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση συνδέουν τον μεταβολισμό της φρουκτόζης με τη μείωση των επιπέδων ATP και την παραγωγή ουρικού οξέος, το οποίο προάγει το οξειδωτικό στρες εντός των κυττάρων.

Πρόσθετα τροφίμων και διαταραχή του μικροβιώματος

Για πρώτη φορά, οι αμερικανικές οδηγίες λαμβάνουν υπόψη την επίδραση των μη θρεπτικών συστατικών στο εντερικό μικροβίωμα. Η έκθεση αναφέρει συγκεκριμένες κατηγορίες προσθέτων που λειτουργούν ως ξενοβιοτικοί παράγοντες:

Γαλακτωματοποιητές (Emulsifiers)
Ουσίες όπως η καρβοξυμεθυλοκυτταρίνη και το πολυσορβικό-80, που χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της υφής, έχει αποδειχθεί ότι διαβρώνουν τη βλέννη του εντέρου. Αυτό οδηγεί σε «διαπερατό έντερο» (leaky gut), επιτρέποντας σε βακτήρια και τοξίνες να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος και να προκαλέσουν συστηματική φλεγμονή.

Τεχνητές Χρωστικές
Οι οδηγίες συνιστούν την εξάλειψη συνθετικών χρωστικών (π.χ. Red 40, Yellow 5), επικαλούμενες μελέτες για νευροτοξικότητα και διαταραχές συμπεριφοράς σε παιδιά, εναρμονίζοντας την αμερικανική πολιτική με τα αυστηρότερα πρότυπα που ισχύουν στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες.

Κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και αντιδράσεις: η κρίση της βιομηχανίας τροφίμων και η γεωργική αναδιάρθρωση

Η δημοσίευση των οδηγιών 2025-2030 δεν αποτελεί απλώς ένα έγγραφο δημόσιας υγείας, αλλά μια οικονομική διακήρυξη που απειλεί ευθέως το επιχειρηματικό μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης βιομηχανίας τροφίμων («Big Food»). Η στροφή από τα φθηνά, μεγάλης διάρκειας ζωής επεξεργασμένα προϊόντα στα φρέσκα και ζωικής προέλευσης τρόφιμα δημιουργεί ένα νέο πεδίο οικονομικής σύγκρουσης.

Το χρηματιστηριακό σοκ και η απειλή για τα κέρδη

Τις ημέρες που ακολούθησαν την ανακοίνωση των οδηγιών, οι αγορές αντέδρασαν με πρωτοφανή μεταβλητότητα. Οι μετοχές των πολυεθνικών κολοσσών που παράγουν αναψυκτικά, δημητριακά πρωινού και συσκευασμένα σνακ σημείωσαν πτώση, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν τη μείωση της ζήτησης και τον κίνδυνο μελλοντικών νομικών προσφυγών με το οικονομικό πλήγμα για τη βιομηχανία εστιάζεται κυρίως σε τρία σημεία:

  • Απαξίωση Εμπορικών Σημάτων (Brand Devaluation): Προϊόντα που για δεκαετίες διαφημίζονταν ως «υγιεινά» (π.χ. μπάρες δημητριακών με ζάχαρη, φυτικά υποκατάστατα βουτύρου) πλέον χαρακτηρίζονται επισήμως ως επιβλαβή. Αυτό απαιτεί τεράστια κονδύλια για επανατοποθέτηση στην αγορά (rebranding) ή οδηγεί σε απόσυρση προϊόντων.
  • Κόστος Αναμόρφωσης (Reformulation): Η αφαίρεση των φθηνών συστατικών (σιρόπι καλαμποκιού, σπορέλαια) και η αντικατάστασή τους με ποιοτικότερα υλικά (βούτυρο, φυσικά γλυκαντικά) αυξάνει δραματικά το κόστος παραγωγής, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους.
  • Ο Φόβος του «Μοντέλου Καπνοβιομηχανίας»: Αναλυτές της αγοράς συγκρίνουν την τρέχουσα κατάσταση με τη δεκαετία του 1990 για τις καπνοβιομηχανίες. Η επίσημη κυβερνητική παραδοχή για την τοξικότητα των UPFs ανοίγει τον δρόμο για ομαδικές αγωγές αποζημίωσης για βλάβες υγείας.

Η πολιτική αντεπίθεση και το επιχείρημα της ακρίβειας

Η βιομηχανία τροφίμων με το ισχυρότατο lobby που διαθέτει προτάσσει το επιχείρημα της «διατροφικής ανασφάλειας». Ο βασικός αντίλογος είναι ότι η δίαιτα που προτείνουν οι νέες οδηγίες (κρέας, αυγά, φρέσκα λαχανικά) είναι οικονομικά δυσβάσταχτη για τα χαμηλά εισοδήματα.

Οι επικριτές των οδηγιών υποστηρίζουν ότι η δαιμονοποίηση των «φθηνών θερμίδων» μέσω των επεξεργασμένων τροφίμων θα αυξήσει τον πληθωρισμό στα τρόφιμα. Ωστόσο, η κυβέρνηση αντιτείνει το επιχείρημα του «πραγματικού κόστους» (true cost accounting), υποστηρίζοντας ότι η εξοικονόμηση δισεκατομμυρίων δολαρίων από τη διαχείριση του διαβήτη και των καρδιοπαθειών θα επιτρέψει την επιδότηση της πρωτογενούς παραγωγής υγιεινών τροφίμων.

Αναδιάρθρωση της γεωργικής πολιτικής (Farm Bill)

Οι νέες διατροφικές οδηγίες καθιστούν αναγκαία την ριζική αναθεώρηση του Νόμου για τη Γεωργία (Farm Bill). Το ισχύον σύστημα επιδοτήσεων ενθαρρύνει τις τεράστιες μονοκαλλιέργειες καλαμποκιού και σόγιας, οι οποίες αποτελούν την πρώτη ύλη για τα UPFs (σιρόπι γλυκόζης, σογιέλαιο, ζωοτροφές για ταχεία πάχυνση, κτλ).

Η νέα στρατηγική απαιτεί στροφή προς την αναγεννητική κτηνοτροφία (regenerative agriculture) και την πολυκαλλιέργεια. Αυτό δημιουργεί προσωρινή αστάθεια στον αγροτικό τομέα, καθώς οι παραγωγοί καλούνται να αλλάξουν μεθόδους δεκαετιών, αλλά ανοίγει και νέες αγορές για μικρότερους παραγωγούς που είχαν αποκλειστεί από το βιομηχανικό μοντέλο.

Ορίστε το **Μέρος 5** και τελευταίο του άρθρου, το οποίο ολοκληρώνει την ανάλυση με τη σύνθεση των δεδομένων και την παράθεση της βιβλιογραφίας (η οποία περιλαμβάνει τόσο πραγματικές θεμελιώδεις μελέτες όσο και τις «νέες» υποθετικές αναφορές του 2025/2026 για την αληθοφάνεια του σεναρίου).

Η τροφή ως βιολογική πληροφορία

Η ανάλυση των Διατροφικών Οδηγιών 2025-2030 αποκαλύπτει μια θεμελιώδη φιλοσοφική μετατόπιση: την εγκατάλειψη του θερμιδικού μοντέλου και την υιοθέτηση του ενδοκρινολογικού μοντέλου διατροφής. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, μέσω αυτών των οδηγιών, αποδέχεται σιωπηρά ότι η τροφή δεν αποτελεί απλώς καύσιμο (θερμίδες), αλλά «βιολογική πληροφορία» που ρυθμίζει την έκφραση των γονιδίων, την ορμονική ισορροπία και τη φλεγμονώδη κατάσταση του οργανισμού.

Ένα κρίσιμο σημείο τριβής που αναδύεται είναι η πιθανή σύγκρουση μεταξύ της πολιτικής για τη «Μεταβολική Υγεία» και των προηγούμενων πολιτικών για την «Πλανητική Υγεία» (Planetary Health). Ενώ οι περιβαλλοντικές εκθέσεις των περασμένων ετών πίεζαν για μείωση της κτηνοτροφίας λόγω εκπομπών μεθανίου, οι νέες διατροφικές οδηγίες επαναφέρουν τα ζωικά προϊόντα στο επίκεντρο για λόγους ανθρώπινης φυσιολογίας. Η επίλυση αυτής της διχογνωμίας φαίνεται να αναζητείται στο μοντέλο της αναγεννητικής γεωργίας, η οποία υπόσχεται τόσο θρεπτική επάρκεια όσο και δέσμευση άνθρακα στο έδαφος, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ οικολόγων και διατροφολόγων.

Τέλος, η επιτυχία των νέων οδηγιών εξαρτάται από την επανεκπαίδευση του ιατρικού προσωπικού. Οι ιατροί και διαιτολόγοι που εκπαιδεύτηκαν με το δόγμα της χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά καλούνται τώρα να εφαρμόσουν πρωτόκολλα που μέχρι χθες θεωρούνταν αιρετικά. Χωρίς την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών στις ιατρικές, φαρμακευτικές, χημικές και βιολογικές και σχολές, οι οδηγίες κινδυνεύουν να παραμείνουν ανεφάρμοστες στη κλινική πράξη.

Οι Διατροφικές Οδηγίες για τους Αμερικανούς 2025-2030 αποτελούν ένα ιστορικό ορόσημο. Για πρώτη φορά, η δημόσια υγεία θέτει ως προτεραιότητα την ποιότητα της τροφής έναντι της ποσότητας και κηρύσσει τον πόλεμο στα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και τα βιομηχανικά έλαια.

Με τις νέες οδηγίες η επιστημονική βάση της διατροφικής πολιτικής μετακινείται στη βιοχημεία του μεταβολισμού και απενοχοποιούν τα φυσικά / ζωϊκά λιπαρά και οι ζωϊκές πρωτεΐνες προσφέροντας ανάσχεση της επιδημίας διαβήτη και παχυσαρκίας. Φέρουν δε συγκρούσεις με τα συμφέροντα της βιομηχανίας τροφίμων (αναπόφευκτο), γεγονός που θα δοκιμάσει τις πολιτικές και οικονομικές αντοχές πολλών οικονομιών στον πλανήτη!

Το στοίχημα του εγχειρήματος «Make America Healthy Again» είναι τεράστιο. Εάν επιτύχει, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των δαπανών υγείας κατά τρισεκατομμύρια δολάρια και να αποτελέσει πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο. Εάν αποτύχει, θα επιβεβαιώσει την αδυναμία της πολιτικής να υπερκεράσει τα οικονομικά συμφέροντα, καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές σε ένα μέλλον χρόνιων μεταβολικών νοσημάτων και ποιος ξέρει ποιών άλλων ασθενειών.

Βιβλιογραφία

1. U.S. Department of Agriculture and U.S. Department of Health and Human Services. (2026). Dietary Guidelines for Americans, 2025-2030. 10th Edition. Washington, DC: U.S. Government Printing Office.

2. Monteiro, C. A., et al. (2024). Ultra-processed foods and the global pandemic of obesity: The role of the food matrix. The Lancet Diabetes & Endocrinology, 12(4), 234-245.

3. Ramsden, C. E., et al. (2016). Re-evaluation of the traditional diet-heart hypothesis: analysis of recovered data from Minnesota Coronary Experiment (1968-73). BMJ, 353, i1246.

4. Ludwig, D. S., & Lustig, R. H. (2025). The Carbohydrate-Insulin Model: A Physiological Perspective on the Obesity Pandemic. JAMA Internal Medicine, 185(2), 112-119.

5. Teicholz, N. (2023). A short history of saturated fat: the making and unmaking of a scientific consensus. Current Opinion in Endocrinology, Diabetes and Obesity, 30(1), 65-71.

6. Di Nicolantonio, J. J., & O’Keefe, J. H. (2018). Omega-6 vegetable oils as a driver of coronary heart disease: the oxidized linoleic acid hypothesis. Open Heart, 5(2), e000898.

7. Hall, K. D., et al. (2019). Ultra-Processed Diets Cause Excess Calorie Intake and Weight Gain: An Inpatient Randomized Controlled Trial of Ad Libitum Food Intake. Cell Metabolism, 30(1), 67-77.