Ανακαινισμένα κτίρια με κενές θέσεις εργασίας. Τι συμβαίνει και τι δείχνουν τα στοιχεία για το ΕΣΥ.

Ανακαινισμένα κτίρια με κενές θέσεις εργασίας. Τι συμβαίνει και τι δείχνουν τα στοιχεία για το ΕΣΥ.

Η παρατήρηση είναι βάσιμη και την κάνουν όλο και περισσότεροι πολίτες.Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε νοσοκομεία και κέντρα υγείας να αλλάζουν όψη με ανακαινισμένες προσόψεις, νέα κτίρια και εκσυγχρονισμένο εξοπλισμό, ενώ ταυτόχρονα ακούγονται συνεχώς καταγγελίες για ελλείψεις προσωπικού.

Το ερώτημα που προκύπτει φυσιολογικά είναι αν πίσω από αυτή την αντίθεση κρύβεται μια στρατηγική ιδιωτικοποίησης του Εθνικού Συστήματος Υγείας και η απάντηση, όπως θα δούμε, δεν είναι απλή ούτε μονοσήμαντη· απαιτεί να δούμε τα στοιχεία και από τις δύο πλευρές, χωρίς να προϋποθέσουμε καθόλου το συμπέρασμα.

Οι ανακαινίσεις είναι πραγματικές και μετρήσιμες

Το πρόγραμμα αναβάθμισης των νοσοκομειακών υποδομών, χρηματοδοτούμενο κυρίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας («Ελλάδα 2.0»), είναι πράγματι εκτεταμένο. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου Υγείας τον Σεπτέμβριο του 2026, ο αρχικός στόχος αφορούσε την ανακαίνιση 80 νοσοκομείων και 157 κέντρων υγείας· η Γενική Γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας, Λίλιαν Βιλδιρίδη, ανακοίνωσε πως τελικά ανακαινίστηκαν 93 νοσοκομεία και 170 κέντρα υγείας με συνολική επένδυση που κυμαίνεται μεταξύ 315 και 393 εκατομμυρίων ευρώ στις νοσοκομειακές υποδομές. Παράλληλα, διοχετεύθηκαν περίπου 140 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον για την ανακαίνιση και επέκταση 63 Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) σε όλη τη χώρα.

Πρόκειται, επομένως, για ένα πραγματικό και μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα επενδύσεων, χρηματοδοτούμενο σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκούς πόρους κάτι το οποίο είναι απολύτως επαληθεύσιμο μέσω των επίσημων ανακοινώσεων του Υπουργείου.

Οι προσλήψεις με 2 αφηγήματα και 2 σύνολα στοιχείων

Στο ζήτημα του προσωπικού όμως τα πράγματα περιπλέκονται, καθώς η κυβέρνηση και οι συνδικαλιστικοί φορείς παρουσιάζουν δύο εικόνες που φαίνονται αντικρουόμενες, χωρίς όμως να είναι υποχρεωτικά ψευδείς η μία από την άλλη.

Η κυβερνητική εκδοχή στηρίζεται σε συνολικά, μακροχρόνια στοιχεία: το προσωπικό του ΕΣΥ αυξήθηκε, σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας, από 90.300 άτομα τον Ιούνιο του 2019 σε 100.377 τον Ιούνιο του 2026, δηλαδή καθαρή αύξηση περίπου 10.000 θέσεων. Για το 2026 έχει εξαγγελθεί επιπλέον σχέδιο πρόσληψης 9.060 θέσεων, εκ των οποίων 5.208 μόνιμου προσωπικού, με τις 3.584 από αυτές να αφορούν νοσηλευτικό προσωπικό καθώς και κίνητρα για τη στελέχωση των νησιωτικών και δυσπρόσιτων περιοχών, όπου σύμφωνα με το Υπουργείο έχουν πλέον καλυφθεί τα δύο τρίτα περίπου, ήτοι, 300 ακάλυπτες θέσεις.

Αντιθέτως η εκδοχή της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ) εστιάζει στην τρέχουσα -τοπική εικόνα- δηλαδή στη σχέση προσλήψεων προς αποχωρήσεις μέσα στο τελευταίο έτος. Έρευνα του σωματείου για τη Βόρεια Ελλάδα, που κάλυψε το διάστημα Σεπτεμβρίου του 2025 έως και Σεπτέμβριο του 2026, κατέγραψε 48 προσλήψεις έναντι 57 αποχωρήσεων στην περιοχή, δηλαδή αρνητικό ισοζύγιο.

Σε επίπεδο μεμονωμένων νοσοκομείων, η ΠΟΕΔΗΝ αναφέρει 439 κενές οργανικές θέσεις στις 1.722 στο Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης, 581 θέσεις στις 1.490 στο ΑΧΕΠΑ και 464 θέσεις εργασίας στις 1.100 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, ενώ πανελλαδικά κάνει λόγο για περίπου 20.000 κενές οργανικές θέσεις νοσηλευτικού προσωπικού!

Το σημαντικό εδώ είναι πως τα δύο σύνολα στοιχείων μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα: το προσωπικό του ΕΣΥ να έχει αυξηθεί συνολικά σε σχέση με ένα σημείο εκκίνησης του 2019, μετά δηλαδή από μια περίοδο βαθιάς λιτότητας, ενώ ταυτόχρονα, στο πιο πρόσφατο διάστημα και σε συγκεκριμένα νοσοκομεία ή ειδικότητες, το ισοζύγιο να παραμένει αρνητικό ή ανεπαρκές έναντι των πραγματικών αναγκών.

Γιατί ανακαινίσεις και προσλήψεις δεν προέρχονται από την ίδια «τσέπη»;

Η φαινομενική αντίθεση ανάμεσα σε ανακαινισμένα κτίρια και άδειες θέσεις εξηγείται σε σημαντικό βαθμό από τον τρόπο λειτουργίας του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι πόροι του δεν αποτελούν υποκατάστατο του τακτικού κρατικού προϋπολογισμού, από τον οποίο χρηματοδοτείται η μόνιμη μισθοδοσία του δημόσιου τομέα, αλλά μηχανισμό επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, προορισμένο κατά κύριο λόγο για κεφαλαιουχικές δαπάνες όπως κτίρια, εξοπλισμός και ψηφιακά συστήματα.

Οι κανόνες επιλεξιμότητας του Ταμείου, άλλωστε, θέτουν αυστηρό όριο στο ύψος των δαπανών που σχετίζονται με μισθοδοσία ή λειτουργικό κόστος συνδεδεμένο με ένα επενδυτικό έργο, περιορίζοντάς τες συνήθως έως το 30% του επιλέξιμου κόστους της επένδυσης.

Με απλά λόγια, θα μπορούσε κανείς να το παρομοιάσει με δάνειο ανακαίνισης κατοικίας, το οποίο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πληρωθεί ο μηνιαίος μισθός του ενοίκου. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές λογιστικές γραμμές, με διαφορετικούς κανόνες και διαφορετική πηγή χρηματοδότησης.

Αυτή η διάκριση ωστόσο δεν εξαλείφει τις ανησυχίες για τη μελλοντική πορεία της μισθοδοσίας. Η ΠΟΕΔΗΝ επισημαίνει πως ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Υγείας για το 2026 εμφανίζει μειωμένες κατά 24 εκατομμύρια ευρώ δαπάνες προσωπικού σε σχέση με την εκτίμηση του 2025, κάτι που ο συνδικαλιστικός φορέας χαρακτηρίζει «επικίνδυνο» για τη βιωσιμότητα της στελέχωσης του συστήματος.

Το ερώτημα των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ)

Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αφορά τις Συμπράξεις Δημόσιου – Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) στην υγεία, μια συζήτηση που έχει ανοίξει επισήμως από το 2019, επί υπουργίας Βασίλη Κικίλια. Στα νοσοκομεία που έχουν συζητηθεί κατά καιρούς ως υποψήφια ή έχουν ήδη ενταχθεί σε τέτοιου τύπου σχήματα περιλαμβάνονται το Ασκληπιείο Βούλας, ο Ερυθρός Σταυρός, καθώς και το νέο Θεαγένειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, το οποίο κατασκευάζεται εξ ολοκλήρου μέσω ΣΔΙΤ.

Η επίσημη πλευρά παρουσιάζει το μοντέλο ως εξής: ιδιωτικές εταιρείες αναλαμβάνουν τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και τις αναβαθμίσεις των κτιριακών υποδομών, ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) καλύπτει τις λειτουργικές δαπάνες, ενώ το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό παραμένει τυπικά δημόσιο. Οι επικριτές του μοντέλου, αντίθετα, το βλέπουν διαφορετικά· η Εφημερίδα των Συντακτών, για παράδειγμα, έχει χαρακτηρίσει τις ΣΔΙΤ στην υγεία «βήμα επιθετικής ιδιωτικοποίησης», με σύγκριση στο βρετανικό μοντέλο Private Finance Initiative (PFI), το οποίο έχει δεχθεί έντονη κριτική διεθνώς για το μακροπρόθεσμο κόστος του. Ανησυχίες εκφράζονται επίσης για παράλληλες ιδιωτικές δραστηριότητες εντός δημόσιων νοσοκομείων και για την αυξημένη χρήση εξωτερικών εργολάβων.

Τι μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα

Συνοψίζοντας τα στοιχεία, τρία πράγματα φαίνεται να τεκμηριώνονται επαρκώς: πρώτον, οι ανακαινίσεις είναι πραγματικές, μεγάλης κλίμακας και χρηματοδοτούνται κατά κύριο λόγο από ευρωπαϊκούς επενδυτικούς πόρους· δεύτερον, το συνολικό προσωπικό του ΕΣΥ έχει αυξηθεί σε σχέση με το 2019, ενώ ταυτόχρονα μεμονωμένα νοσοκομεία και ειδικότητες εμφανίζουν μεγάλα κενά και -σε ορισμένες περιοχές- αρνητικό ισοζύγιο προσλήψεων / αποχωρήσεων το τελευταίο έτος· τρίτον, η συζήτηση για τις ΣΔΙΤ αποτελεί μακροχρόνια -επίσημη πολιτική κατεύθυνση- με αμφισβητούμενα όρια ως προς το τι πράγματι περνά σε ιδιωτική διαχείριση.

Πηγές

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *