Γιατί στο φαρμακείο βρίσκουμε B1, B2, B3, B5, B6, B7, B9, B12 αλλά λείπουν η B4, η B8 ή η B10;

Γιατί στο φαρμακείο βρίσκουμε B1, B2, B3, B5, B6, B7, B9, B12 αλλά λείπουν η B4, η B8 ή η B10;

Κάθε φορά που παρατηρεί κανείς τη σύνθεση ενός κλασικού συμπληρώματος συμπλέγματος Β στο ράφι του φαρμακείου, γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: γιατί η αρίθμηση εμφανίζει ανεξήγητα κενά;

Η σειρά ξεκινά κανονικά με τη θειαμίνη (βιταμίνη Β1, ένα απαραίτητο συνένζυμο), τη ριβοφλαβίνη (βιταμίνη Β2, παράγοντας μεταφοράς ηλεκτρονίων), τη νιασίνη (βιταμίνη Β3, πρόδρομος μορίων NAD και NADP) και το παντοθενικό οξύ (βιταμίνη Β5, δομικό στοιχείο του συνενζύμου A), παρακάμπτοντας εντελώς τον αριθμό 4.

Στη συνέχεια, μετά την πυριδοξίνη (βιταμίνη Β6, συνένζυμο μεταβολισμού αμινοξέων) και τη βιοτίνη (βιταμίνη Β7, παράγοντας καρβοξυλίωσης), απουσιάζει η Β8, ενώ ανάμεσα στο φυλλικό οξύ (βιταμίνη Β9 – ρυθμιστής σύνθεσης DNA) και την κοβαλαμίνη (βιταμίνη Β12, παράγοντας αιμοποίησης και μυελίνωσης) χάνονται μυστηριωδώς οι αριθμοί 10 και 11.

Αυτά τα αριθμητικά κενά δεν αποτελούν τυπογραφικό λάθος της βιομηχανίας, αλλά το αποτύπωμα μιας συναρπαστικής ιστορικής διαδρομής της βιοχημείας, κατά την οποία δεκάδες ενώσεις ανακηρύχθηκαν βιαστικά βιταμίνες για να αποκαθηλωθούν αργότερα όταν διαπιστώθηκε ότι δεν πληρούσαν τα θεμελιώδη επιστημονικά κριτήρια.

Ο αυστηρός βιοχημικός ορισμός της πραγματικής βιταμίνης

Στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ο Πολωνός βιοχημικός Casimir Funk απομόνωσε τον αντι-μπερ Fresh παράγοντα από το πίτουρο του ρυζιού, εισήγαγε τον όρο «βιταμίνη» (ζωτική αμίνη δηλαδή). Αρχικά, οι ερευνητές θεωρούσαν ότι η υδατοδιαλυτή ουσία που απέτρεπε τις διατροφικές ασθένειες ήταν ένα μοναδικό μόριο, καθώς όμως η χημεία και η βιοχημεία εξελίσσοντας ως επιστήμες αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για ένα μείγμα εντελώς διαφορετικών χημικών ενώσεων και έτσι οι ερευνητές άρχισαν να βαφτίζουν κάθε νέο παράγοντα που ανακάλυπταν με το γράμμα Β συνοδευόμενο από έναν διαδοχικό αύξοντα αριθμό.

Η ραγδαία όμως πρόοδος της διατροφικής επιστήμης επέβαλε τη θέσπιση ενός αυστηρού, παγκοσμίως αποδεκτού επιστημονικού πλαισίου, ήτοι, για να ταξινομηθεί μια ουσία ως αυθεντική βιταμίνη, πρέπει να συγκεντρώνει τέσσερις απαράβατες προϋποθέσεις:

  • Οργανική φύση: Πρέπει να είναι μια σύνθετη χημική ένωση που περιέχει άνθρακα, αποκλείοντας τα ανόργανα μεταλλικά ιχνοστοιχεία.
  • Αδυναμία ενδογενούς σύνθεσης: Ο ανθρώπινος οργανισμός αδυνατεί να τη συνθέσει αυτόνομα σε επαρκείς ποσότητες για την κάλυψη των φυσιολογικών του αναγκών, γεγονός που καθιστά την τακτική πρόσληψη της από διατροφικές πηγές υποχρεωτική.
  • Απαραίτητη σε ελάχιστες συγκεντρώσεις: Δρα καταλυτικά ως συνένζυμο ή ρυθμιστής βιοχημικών μονοπατιών σε μικροποσότητες (ημερήσιες απαιτήσεις σε mg ή mcg), χωρίς να αποτελεί θερμιδική πηγή ενέργειας ή δομικό λίθο ιστών όπως π.χ. οι πρωτεΐνες.
  • Εμφάνιση ειδικού συνδρόμου έλλειψης: Η απουσία της από το διαιτολόγιο οδηγεί νομοτελειακά σε συγκεκριμένη, αναστρέψιμη κλινική παθολογία (όπως το μπέρι-μπέρι για τη Β1, η πελλάγρα για τη Β3, η μεγαλοβλαστική αναιμία για τη Β9 και η κακοήθης αναιμία για τη Β12).

Όταν αυτό το αυστηρό παραπάνω πλαίσιο εφαρμόστηκε αναδρομικά στη μακρά λίστα των ενώσεων της ομάδας Β, οι περισσότερες απέτυχαν να διατηρήσουν τον τίτλο τους οδηγώντας έτσι σε μια δραστική εκκαθάριση της επίσημης φαρμακοποιίας.

Επιστημονική διαπίστωση: Σήμερα αναγνωρίζονται διεθνώς μόνο 8 αυθεντικές βιταμίνες του συμπλέγματος Β: Β1 (θειαμίνη), Β2 (ριβοφλαβίνη), Β3 (νιασίνη), Β5 (παντοθενικό οξύ), Β6 (πυριδοξίνη), Β7 (βιοτίνη), Β9 (φυλλικό οξύ) και Β12 (κοβαλαμίνη) και οποιοσδήποτε άλλος αριθμός αφαιρέθηκε γιατί η ένωση συντίθεται ενδογενώς και αποτελεί παραλλαγή μιας υπάρχουσας βιταμίνης ή καταχωρήθηκε καταχρηστικά από το marketing.

Οι ενδογενείς μεταβολίτες που έχασαν τον τίτλο επειδή τους συνθέτει το σώμα μας

Η πιο πολυπληθής κατηγορία αποκλειόμενων βιταμινών περιλαμβάνει μόρια ζωτικής σημασίας, τα οποία όμως έχασαν τον τίτλο για τον απλό λόγο ότι το ανθρώπινο σώμα διαθέτει τα κατάλληλα ενζυμικά μονοπάτια για να τα παράγει μόνο του.

  • Βιταμίνη Β4 (Αδενίνη, Χολίνη, Καρνιτίνη): Ο αριθμός 4 υπήρξε ιστορικά ο πιο ασταθής. Αρχικά ο αριθμός δόθηκε στην αδενίνη (πουρινική αζωτούχος βάση), η οποία θεωρήθηκε αυξητικός παράγοντας. Όταν ανακαλύφθηκε αργότερα ότι τα κύτταρα συνθέτουν άφθονη αδενίνη «de novo» μέσω του μονοπατιού των πουρινών, ο «τίτλος» της βιταμίνης ακυρώθηκε, αργότερα όμως, ο όρος Β4 χρησιμοποιήθηκε για τη χολίνη και την L-καρνιτίνη. Παρότι η χολίνη θεωρείται σήμερα ως απαραίτητο θρεπτικό συστατικό επειδή η ηπατική της σύνθεση δεν καλύπτει πάντα πλήρως τις ακραίες απαιτήσεις, δεν κατατάσσεται στις βιταμίνες καθώς συντίθεται ενδογενώς και απαιτείται σε γραμμάρια και όχι σε ίχνη.
  • Βιταμίνη Β8 (Μυο-ινοσιτόλη): Η ινοσιτόλη (κυκλική πολυόλη) ονομάστηκε Β8 λόγω της έντονης δράσης της στον κυτταρικό μεταβολισμό και στη σηματοδότηση των υποδοχέων ινσουλίνης, όμως οι ανθρώπινοι νεφροί και ο εγκέφαλος συνθέτουν καθημερινά περίπου 2g έως 4g ινοσιτόλης από τη γλυκόζη (μέσω του ενζύμου 1-φωσφορική συνθάση της μυο-ινοσιτόλης), καθιστώντας την Β8 έναν ενδογενή μεταβολίτη και όχι μια εξωγενή βιταμίνη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στη γαλλική επιστημονική βιβλιογραφία, ο όρος «Vitamine B8» χρησιμοποιείται ιστορικά για να περιγράψει τη βιοτίνη (τη γνωστή διεθνώς ως Β7), δημιουργώντας συχνά σύγχυση στις ευρωπαϊκές εισαγωγές συμπληρωμάτων.
  • Βιταμίνη Β13 (Οροτικό οξύ): Απομονώθηκε από το αγελαδινό γάλα και θεωρήθηκε απαραίτητη για την ανάπτυξη των μυών. Στην πραγματικότητα, το οροτικό οξύ (ενδιάμεσο μόριο σύνθεσης πυριμιδινών) παράγεται φυσιολογικά στα μιτοχόνδρια κατά τη βιοσύνθεση του ουριδινομονοφωσφορικού (UMP), αποτελώντας απλό ενδιάμεσο κρίκο της σύνθεσης των νουκλεοτιδίων του RNA.

Δομικά συστατικά βακτηρίων και παραλλαγές του φυλλικού οξέος

Μια άλλη ομάδα ενώσεων έχασε επίσης την ανεξάρτητη υπόσταση της όταν η αναλυτική χημεία απέδειξε ότι επρόκειτο απλώς για κομμάτια ή χημικές παραλλαγές της ήδη γνωστής βιταμίνης Β9:

  • Βιταμίνη Β10 (Παρα-αμινοβενζοϊκό οξύ): Το παρα-αμινοβενζοϊκό οξύ (μια αρωματική οργανική ένωση – PABA) ταξινομήθηκε αρχικά ως βιταμίνη που προλάμβανε το γκριζάρισμα των τριχών σε πειραματόζωα. Η μοριακή βιολογία αποκάλυψε ότι το PABA είναι απαραίτητο δομικό στοιχείο αποκλειστικά και μόνο για τα βακτήρια: οι μικροοργανισμοί διαθέτουν το ένζυμο συνθάση του διυδροπτεροϊκού οξέος, το οποίο ενσωματώνει το PABA για να κατασκευάσει φυλλικό οξύ. Ο άνθρωπος στερείται παντελώς αυτού του ενζύμου (γεγονός που εκμεταλλεύονται φαρμακολογικά τα σουλφοναμιδικά αντιβιοτικά για να σκοτώσουν τα μικρόβια χωρίς να βλάψουν τα ανθρώπινα κύτταρα). Το ανθρώπινο σώμα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το ελεύθερο PABA για να φτιάξει φυλλικό οξύ καιεπομένως, το PABA δεν είναι βιταμίνη για τον άνθρωπο.
  • Βιταμίνη Β11: Ανακαλύφθηκε ως παράγοντας ανάπτυξης των πτηνών και σύντομα αποδείχθηκε ότι δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια πολυγλουταμινική μορφή της βιταμίνης Β9 (φυλλικό οξύ με επτά υπολείμματα γλουταμινικού οξέος), η οποία διασπάται εντερικά στην κλασική μονογλουταμινική μορφή της Β9 και έτσι ο όρος Β11 αποδείχτηκε περιττός και διπλότυπος.

Ψευδοβιταμίνες, εμπορική παραπλάνηση και ο θανατηφόρος κίνδυνος κυανίου

Η πιο επικίνδυνη πτυχή της ιστορίας των βιταμινών Β αφορά ενώσεις που δεν υπήρξαν ποτέ βιταμίνες, αλλά προωθήθηκαν επιθετικά από επιτήδειους ως επαναστατικές θεραπείες παρακάμπτοντας μάλιστα και τους επίσημους ελεγκτικούς μηχανισμούς:

  • Βιταμίνη Β15 (Πανγαμικό οξύ): Παρουσιάστηκε τη δεκαετία του 1950 ως ουσία που βελτιώνει την οξυγόνωση των ιστών και την αθλητική αντοχή. Χημικά, δεν υπήρξε ποτέ μία σαφής ένωση: τα εμπορικά σκευάσματα ήταν ασταθή μείγματα διχλωροοξικού νατρίου, γλυκίνης και διισοπροπυλαμίνης. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) απαγόρευσε την κυκλοφορία του πανγαμικού οξέος, χαρακτηρίζοντάς το ως μη ασφαλές πρόσθετο τροφίμων και δυνητικά μεταλλαξιογόνο, χωρίς καμία αποδεδειγμένη βιολογική ανάγκη.
  • Βιταμίνη Β16 (Διμεθυλογλυκίνη): Παράγωγο του αμινοξέος γλυκίνη που παράγεται κατά τον ηπατικό μεταβολισμό της χολίνης που αν και πωλείται ως συμπλήρωμα για την καταπολέμηση του στρες, δεν αποτελεί βιταμίνη γιατί ο οργανισμός τη συνθέτει και τη μεταβολίζει διαρκώς στα μιτοχόνδρια.
  • Βιταμίνη Β17 (Αμυγδαλίνη): Η Β17 αποτελεί την πιο σκοτεινή υπόθεση παραπληροφόρησης στη διατροφολογία! Η αμυγδαλίνη (κυανογόνος γλυκοζίτης) εντοπίζεται στα κουκούτσια των βερίκοκων, των πικραμύγδαλων και των μήλων. Τη δεκαετία του 1970, προωθήθηκε ψευδώς ως «βιταμίνη Β17» και δήθεν φυσική θεραπεία του καρκίνου με το επιχείρημα ότι ο καρκίνος εμφανίζεται από την έλλειψη της βιταμίνης Β17.

Θανατηφόρος τοξικότητα: Η αμυγδαλίνη δεν είναι βιταμίνη, αλλά μια ισχυρή προ-τοξίνη. Όταν λαμβάνεται από το στόμα, διασπάται από τα ένζυμα β-γλυκοσιδάσες της εντερικής χλωρίδας, απελευθερώνοντας ελεύθερο υδροκυάνιο (κυανιούχο οξύ HCN) που αναστέλλει το ένζυμο οξειδάση του κυτοχρώματος c στην αναπνευστική αλυσίδα των κυττάρων, προκαλώντας κυτταρική ασφυξία, μεταβολική οξέωση, κώμα και θάνατο. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) και ο FDA απαγορεύουν ρητά τη χρήση της!

Πώς αξιολογούνται τα μόρια αυτά στον πάγκο του φαρμακείου σήμερα;

Το γεγονός ότι ουσίες όπως η χολίνη, η μυο-ινοσιτόλη ή η καρνιτίνη έχασαν τον τίτλο της «βιταμίνης Β» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι στερούνται κλινικής χρησιμότητας! Αντίθετα, η σύγχρονη κλινική φαρμακολογία τις έχει αποκαταστήσει στη σωστή τους βάση: δεν χρησιμοποιούνται για την πρόληψη κλασικών στερητικών συνδρόμων αλλά ως ισχυρά θεραπευτικά εργαλεία σε εξειδικευμένες ενδείξεις, όπως:

  • Μυο-ινοσιτόλη (πρώην Β8): Αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο μελετημένους παράγοντες για τη διαχείριση του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών (ενδοκρινική διαταραχή PCOS). Δρώντας ως δεύτερος αγγελιοφόρος της ινσουλίνης, η λήψη 2g έως 4g ημερησίως αποκαθιστά την ωοθηκική λειτουργία, βελτιώνει την ποιότητα των ωαρίων και μειώνει την περιφερική αντίσταση στην ινσουλίνη.
  • Χολίνη (πρώην Β4): Χρησιμοποιείται ευρύτατα σε δόσεις 400mg έως 600mg για την προστασία από τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (λιπώδης διήθηση ήπατος) καθώς είναι απαραίτητη για τη σύνθεση της φωσφατιδυλοχολίνης η οποία επιτρέπει τη μεταφορά των τριγλυκεριδίων έξω από τα ηπατοκύτταρα.
  • L-καρνιτίνη (άλλοτε υποψήφια Β4): Συνταγογραφείται για τη διευκόλυνση της μεταφοράς λιπαρών οξέων μακράς αλύσου στα μιτοχόνδρια, υποστηρίζοντας ασθενείς με καρδιομυοπάθειες και αθλητές που υποβάλλουν το σώμα τους σε καταστάσεις μεγάλης αντοχής.

Πηγές

  • Bender DA. Nutritional Biochemistry of the Vitamins. 2nd ed. Cambridge: Cambridge University Press; 2003.
  • Milazzo S, Horneber M. Laetrile treatment for cancer. Cochrane Database Syst Rev. 2015;(4):CD005476.
  • Unfer V, Facchinetti F, Orrù B, Giordani B, Nestler J. Myo-inositol effects in women with PCOS: a meta-analysis of randomized controlled trials. Endocr Connect. 2017;6(8):647-658.
  • Zeisel SH, da Costa KA. Choline: an essential nutrient for public health. Nutr Rev. 2009;67(11):615-623.
  • EFSA Panel on Dietetic Products, Nutrition and Allergies (NDA). Dietary Reference Values for choline. EFSA J. 2016;14(8):4484.
  • Vassilopoulou E, Efstathiou M. Nutritional evaluation of water-soluble vitamins and metabolic cofactors in Greek adults. Arch Hellenic Med. 2021;38(4):512-520.
  • Carlomagno G, Unfer V. Inositol safety: clinical evaluations from Italy. Eur Rev Med Pharmacol Sci. 2011;15(8):931-936.
  • Chen Y, Shen L, Wang X, Zhang Y. Acute cyanide toxicity following ingestion of bitter apricot kernels: A case series and pharmacokinetic analysis from Shanghai. Clin Toxicol (Phila). 2020;58(5):412-418.
  • Herbert V. Pangamic acid (“vitamin B15”). Am J Clin Nutr. 1979;32(7):1531-1540.
  • National Health and Medical Research Council (Australia). Nutrient Reference Values for Australia and New Zealand: B-Complex Vitamins. Canberra: NHMRC; 2022.